Ο καρκίνος του μαστού κατά τη διάρκεια της κύησης (PABC – Pregnancy Associated Breast Cancer) και ο καρκίνος στην περίοδο της λοχείας (PPBC – Post Partum Breast Cancer) φαίνεται να προσβάλλει 1 στις 3.000-10.000 κυήσεις. Τα τελευταία χρόνια έχει αυξηθεί αυτό το ποσοστό λόγω της ηλικίας των γυναικών που κάνουν το πρώτο τους παιδί και του τρόπου ζωής. Συνήθως, οι PABC και PPBC είναι επιθετικοί.
Ο καρκίνος του μαστού κατά τη διάρκεια της κύησης αποτελεί μία σύνθετη κατάσταση. Η θεραπεία θα πρέπει να στοχεύει στην αποτελεσματική αντιμετώπιση της νόσου και την παράλληλη προστασία του εμβρύου. Όμως, διατίθενται πληθώρα θεραπευτικών επιλογών, που καθιστούν τη μητέρα και το έμβρυό της ασφαλείς, ενώ θα πρέπει να υπάρχει συνεχής επικοινωνία και συνεργασία του χειρουργού μαστού, του ογκολόγου, του γυναικολόγου και του ψυχολόγου, που παρακολουθούν τη γυναίκα.
Διάγνωση πώς;
Σε περίπτωση που η έγκυος ψηλαφήσει ένα ογκίδιο στον μαστό, πρέπει άμεσα να υποβληθεί σε έλεγχο από εξειδικευμένο μαστολόγο-χειρουργό μαστού και να γίνει υπερηχογράφημα μαστού και μαστογραφία από εξειδικευμένο ακτινολόγο. Η μαστογραφία μπορεί να γίνει, προστατεύοντας με ειδική μολύβδινη ποδιά την κοιλιά της εγκύου, για να ελαττώσουμε στο ελάχιστο την έκθεση του εμβρύου στην ακτινοβολία. Τις περισσότερες φορές είναι απαραίτητη η ιστολογική ταυτοποίηση των βλαβών που προκύπτουν.
Για τη σταδιοποίηση, οι εξετάσεις περιορίζονται σε
· Υπερηχογράφημα άνω και κάτω κοιλίας
· Ακτινογραφία θώρακος με θωράκιση άνω και κάτω κοιλίας
Θεραπεία;
Το πρωτόκολλο θεραπείας πρέπει να προσομοιάζει κατά το δυνατόν περισσότερο με τη θεραπεία των γυναικών που δεν κυοφορούν. Η θεραπεία πρέπει να είναι εξατομικευμένη και εξαρτάται από τους βιολογικούς δείκτες του καρκίνου, το στάδιο και το μήνα εγκυμοσύνης και τις αποφάσεις της ίδιας της γυναίκας.
· Χειρουργείο:
Επιτρέπεται σε όλη τη διάρκεια της κύησης, είτε ογκεκτομή, είτε μαστεκτομή. Παρόλα αυτά, προτιμάται συχνότερα η μαστεκτομή, διότι η ογκεκτομή χρήζει πάντα συμπληρωματικής ακτινοβόλησης του μαστού που είναι επιβλαβής για το έμβρυο (σε αντίθεση με τη μαστεκτομή που τις περισσότερες φορές δεν χρειάζεται). Η ακτινοθεραπεία δε γίνεται να καθυστερήσει ώστε να διενεργηθεί μετά τον τοκετό, γιατί αυξάνονται οι πιθανότητες υποτροπής της νόσου. Οπότε, ουσιαστικά, η ογκεκτομή αποτελεί επιλογή μόνο αν η διάγνωση της νόσου γίνει στο τέλος της κύησης.
· Βιοψία φρουρού λεμφαδένα και λεμφαδενικός καθαρισμός μασχάλης:
Ταυτόχρονα με την αφαίρεση του όγκου είναι απαραίτητο να ελεγχθούν οι λεμφαδένες της μασχάλης για τη σταδιοποίηση της νόσου. Αρχικά, γίνεται σήμανση του πρώτου σε σειρά λεμφαδένα της μασχάλης (λεμφαδένας φρουρός) και διενέργεια ταχείας βιοψίας του διεγχειρητικά. Ο μόνος τρόπος, μέχρι στιγμής, σήμανσης κατά την κύηση, είναι με ραδιενεργό τεχνήτιο, το οποίο εγχέεται σε πολύ μικρή ποσότητα επί του όγκου και φαίνεται από μελέτες ότι δεν είναι επιβλαβές για το κύημα. Εναλλακτικά, είναι δυνατή η λεμφαδενεκτομία, αυξάνοντας όμως την πιθανότητα επιπλοκών μετά το χειρουργείο.
· Χημειοθεραπεία:
Η χημειοθεραπεία είναι απαραίτητη, επικουρικά, σε κάποιες μορφές της νόσου. Μπορεί να χορηγηθεί οποτεδήποτε μετά το πρώτο τρίμηνο της κύησης, για αποφυγή τερατογένεσης και θα πρέπει να διακόπτεται έως την 35η εβδομάδα κύησης, ώστε να προλάβει ο οργανισμός της εγκύου να ανακάμψει προ του τοκετού, λόγω πιθανής ελάττωσης των κυττάρων του αίματος με αποτέλεσμα να υπάρχει αιμορραγική διάθεση και ευαισθησία στις λοιμώξεις.
· Ακτινοθεραπεία: Απαγορεύεται σε όλη τη διάρκεια της κύησης.
· Ορμονοθεραπεία / ανοσοθεραπεία: δεν θεωρούνται ασφαλείς πρακτικές κατά την κύηση και συστήνεται να χορηγούνται μετά τον τοκετό.
· Θηλασμός: δεν ενδείκνυται κατά την διάρκεια της θεραπείας, τόσο της χειρουργικής όσο και της επικουρικής. Αν ο θηλασμός διακοπεί πριν το προγραμματισμένο χειρουργείο, ελαττώνεται η αιματική ροή στους μαστούς και αυτοί γίνονται μικρότεροι, γεγονός που βοηθάει την εκτέλεση της επέμβασης. Επίσης, μειώνεται ο κίνδυνος φλεγμονής και συσσώρευσης γάλατος στην περιοχή της επέμβασης. Επίσης, η επικουρικές θεραπείες εκκρίνονται στο μητρικό γάλα και γι’ αυτό ο θηλασμός δεν ενδείκνυται σε αυτές τις περιπτώσεις.
